ΜΑΓΝΗΣΙΑ ΤΟΥ ΣΙΠΥΛΟΥ – Μ. ΑΣΙΑ 

      31.jpg

 

   Η Μαγνησία του Σιπύλου ιδρύθηκε ως αποικία των Μαγνήτων της Θεσσαλίας κατά τον Α΄ Αποικισμό και μεταξύ των ετών 950 – 800 π. Χ.

   Είναι κτισμένη στις βόρειες υπώρειες του όρους Σιπύλου και στην αριστερή όχθη του Έρμου ποταμού, στα όρια των περιοχών Ιωνίας  ,  Λυδίας,    Αιολίας. Κατά τη μυθολογία, οι Αμαζώνες έλαβαν σπουδαίο μέρος στην ίδρυσή της, γεγονός που φανερώνει τη γενναιότητα και την δυναμικότητα που επέδειξαν οι γυναίκες της Μαγνησίας στη συγκρότησή της σ’ εκείνη την, επικίνδυνα, απομακρυσμένη περιοχή.

   Η Μαγνησία κατά την Αρχαιότητα είχε Βουλή, Γερουσία, πέντε Άρχοντες, Στρατηγούς, Ταμία, Γυμνασίαρχο και Αρχηγούς φυλών. 

   Σύντομα περιήλθε στην δικαιοδοσία του Κροίσου και μετά την ήττα  του από τους Πέρσες υποδουλώθηκε σ’ αυτούς. Έλαβε μέρος στην Ιωνική Επανάσταση το 499 π. Χ. κατά των Περσών αλλά μετά την καταστολή της υπέστη χειρότερο περσικό ζυγό και, τελικά, περίμενε την απελευθέρωσή της από τον Μ. Αλέξανδρο, ο οποίος εγκατέστησε στην πόλη και Μακεδόνες απομάχους.            

    Η Μαγνησία αργότερα αποτέλεσε μέρος του κράτους του Σελεύκου. Μετά τη φονικότατη μάχη που δόθηκε κοντά στην πόλη το 196 π. Χ., μεταξύ του Αντιόχου Μεγάλου και των Ρωμαίων Λ. Κορνηλίου Σκιπίωνος και Π. Κορνηλίου του Αφρικανού, έγινε ρωμαϊκή επαρχία. 

  Το 17 μ. Χ. καταστράφηκε από σεισμό και κατέστη μία από τις πρώτες πόλεις της Ασίας μετά την ανοικοδόμηση της από τον Ρωμαίο αυτοκράτορα Τιβέριο. 

    Κατά τους Χριστιανικούς χρόνους ονομαζόταν Μαγνησιούπολις και αποτελούσε έδρα Επισκόπου.

   Κατά τη Φραγκοκρατία και λόγω της οχυρής και στρατηγικής θέσεώς της ο Βυζαντινός Ιωάννης Δούκας ο Βατάτζης την χρησιμοποίησε ως ορμητήριο για να επανακτήσει από τους Φράγκους εδάφη. Αυτοί όμως εξανάγκασαν τους κατοίκους της να εγκαταλείψουν την πόλη τους.

   Αργότερα, το 1313, την κατάλαβαν οι Σελτζούκοι Τούρκοι και το 1398 οι Οθωμανοί, οι οποίοι εξανάγκασαν, και πάλι, σε εκπατρισμό όσους από τους κατοίκους διέφυγαν τις σφαγές. Στη συνέχεια πέρασε απ’ εκεί ο Ταμερλάνος.

   Τη Μαγνησία χρησιμοποιούσαν ως θέρετρο οι Βυζαντινοί αυτοκράτορες και ευγενείς. Εκεί διέμεναν, εναλλάξ με την Προύσα, οι Τούρκοι Σουλτάνοι λόγω του κλίματος και του μαγευτικού τοπίου της, ενώ αποτελούσε την έδρα και κατοικία του Διαδόχου του Οθωμανικού Θρόνου.

   Η Μαγνησία συνδέεται με τον αρχαίο ελληνικό μύθο της Νιόβης, θυγατέρας του Βασιλιά της πόλης Ταντάλου και της Βασίλισσας Θήβας.  

ΚΟΙΝΟΤΗΤΑ: Ο εκάστοτε Μητροπολίτης ήταν και Πρόεδρος της Ελληνικής Κοινότητας και συμπάρεδροι οι Δημογέροντες και Έφοροι που εκλέγονταν από τους προκρίτους της Κοινότητας.

    Το Κοινοτικό Συμβούλιο επιλαμβανόταν των Εκκλησιαστικών, Εκπαιδευτικών, Εθνικών Ιδρυμάτων, των Ναών, των Σχολείων, του Γηροκομείου, του Νοσοκομείου.

   Πόροι ήσαν τα ακίνητα και κινητά κληροδοτήματα, τα φιλόπτωχα των εκκλησιών, οι δωρεές.

 Στη Μαγνησία υπήρχε  Ελληνικό Υποπροξενείο και Ειρηνοδικείο. Στην πόλη κατοικούσαν πάνω από 30.000 Έλληνες, αρκετές χιλιάδες φιλήσυχων, φιλοπρόοδων και εργατικών Αρμενίων, καθώς επίσης Τούρκοι και Εβραίοι, συνολικά, 80.000 περίπου κάτοικοι. 

ΝΑΟΙ: Η Μαγνησία αποτελούσε έδρα Μητροπολίτου και στην πόλη λειτουργούσαν πέντε ναοί: 1. Ο επιβλητικός Μητροπολιτικός ναός του Αγίου Αθανασίου ( 18ος αι.), στου οποίου το δεξιό κλίτος ετιμάτο η μνήμη του Αγίου Βατάτση και στο αριστερό του Αγίου Χαραλάμπους.

 Στον ναό εισερχόταν κανείς από τρεις μεγαλοπρεπείς πύλες με βαριές εξώθυρες που οδηγούσαν στον νάρθηκα. Εντός του ναού υπήρχε μαρμάρινο δάπεδο καθώς και  επίχρυσα ξυλόγλυπτα: τέμπλο, άμβωνας, Δεσποτικός θρόνος και θρόνος για τον εκάστοτε Έλληνα Πρόξενο.

   Επίσης, στο ναό είχε  εναποτεθεί και πολύτιμος Σταυρός του Αυτοκράτορα Ιωάννη Δούκα Βατάτση.

   Στον μεγάλο περίβολο της εκκλησίας υπήρχε πανάρχαιος γιγαντιαίος πλάτανος και δεξαμενή όπου καταδυόταν ο Σταυρός την ημέρα των Θεοφανίων.

   Στον ίδιο περίβολο λειτουργούσε και διώροφο Παρθεναγωγείο που κάηκε το 1873. Στον ίδιο χώρο λειτουργούσε Βιβλιοθήκη και αίθουσα συνεδριάσεων.

  Απέναντι από την εκκλησία  υπήρχε και το Μητροπολιτικό Μέγαρο, δωρεά του Δημητρίου Ζάκα.

2. Ο ναός του Αγίου Δημητρίου, 3. Ο ναός των Αγίων Θεοδώρων, 4. Ο ναός της Ζωοδόχου Πηγής, όπου υπήρχε και το Κοιμητήριο και 5. Το ναΐδριο της Αγίας Παρασκευής λίγο έξω από την Μαγνησία.  

Στη Μαγνησία υπήρχαν και άλλες εκκλησίες που χρησιμοποιούσαν οι Τούρκοι ως Τζαμιά: 1. Ο ναός των Τριών Ιεραρχών, στον οποίον μπορούσαν οι Έλληνες να προσκυνούν και να ανάβουν κερί στον περίβολο του κατά την ημέρα της εορτής των Αγίων στις 30 Ιανουαρίου. 2. Ο ναός του Αγίου Χαραλάμπους, 3. Ο ναός του Αγίου Γεωργίου και 4. Ο ναός του Αγίου Ιωάννου.

   Στο κοντινό Χορόσκιοϊ λειτουργούσε ο περίλαμπρος ναός της Αγίας Αναστασίας της Φαρμακολύτριας, που πανηγύριζε στις 22 Δεκεμβρίου.

    Από τη Μαγνησία καταγόταν και ο τελευταίος Μητροπολίτης Κυδωνιών (Αϊβαλί) Γρηγόριος Ωρολογάς. Γεννήθηκε το 1859 από τον Αντώνιο και την Μαρία Ωρολογά. Φοίτησε στην Θεολογική Σχολή της Χάλκης και το 1908 υπήρξε ο πρώτος Μητροπολίτης Κυδωνιών στην νεοσύστατη αυτή Μητρόπολη. Εκεί καταδιώχθηκε από τους Τούρκους που τον φυλάκισαν σ’ ένα έρημο εργοστάσιο της Σμύρνης. Αποφυλακίσθηκε μετά την ανακωχή του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Κατά την Μικρασιατική Καταστροφή του ζήτησαν οι Σύμμαχοι να τον φυγαδεύσουν με πλοίο τους, αλλά εκείνος δεν δέχθηκε να εγκαταλείψει τον λαό του. Τελικά, συνελήφθη από τους Τούρκους πεταλώθηκε και ετάφη ζωντανός μαζί με άλλους 38 κληρικούς, προκρίτους των Κυδωνιών και τον Μητροπολίτη Μοσχονησίων Αμβρόσιο.

   Η μνήμη του τιμάται, από το 1992,  την Κυριακή προ της Υψώσεως μαζί με τους Μητροπολίτες Σμύρνης Χρυσόστομο, Μοσχονησίων Αμβρόσιο, Ευθύμιο Ζήλων, Προκόπιο Ικονίου και τους μαρτυρήσαντες κληρικούς, λαϊκούς και στρατιωτικούς κατά την Μικρασιατική Καταστροφή. 

ΣΧΟΛΕΙΑ: Στη Μαγνησία λειτουργούσαν σχολεία από τα τέλη του 18ου αι. Το 1860 συναντούμε στην πόλη :

νηπιαγωγείο, δύο αλληλοδιδακτικά σχολεία, κορασιακόν, Ελληνικό ή Ελληνική Σχολή Μαγνησίας.

Έως τον Σεπτέμβριο του 1922 λειτουργούσαν τρία νηπιαγωγεία, επτατάξιο αρρεναγωγείο, παρθεναγωγείο, Δημοτικό σχολείο αρρένων και θηλέων. 

ΦΙΛΑΝΘΡΩΠΙΚΑ ΙΔΡΥΜΑΤΑ:Στη πόλη υπήρχαν Νοσοκομείο, Φρενοκομείο, Γηροκομείο απόρων και Εθνικό Φαρμακείο για πτωχούς και απόρους. 

ΕΚΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΟΙ ΣΥΛΛΟΓΟΙ: Φιλεκπαιδευτικός Σύλλογος «Νιόβη» από το 1872, Γυμναστικός Σύλλογος «Σίπυλον», Μουσικός Όμιλος «Ερμής» από το 1890, Φιλόπτωχος Αδελφότητα Νέων, Παιδική Μαντολινάτα, Εθνικός Αναμορφωτικός Σύλλογος (διέθετε και Βιβλιοθήκη), Σύνδεσμος της Αδελφής του Στρατιώτου από το 1919. 

ΕΞΟΧΕΣ – ΑΝΑΨΥΧΗ: Οι Έλληνες της Μαγνησίας αγαπούσαν την φύση του Σίπυλου με τα πολλά τρεχούμενα νερά, τα πλατάνια, τα κυπαρίσσια και τα πεύκα, τον Μεγάλο Καταρράχτη. Ακόμη, μέσα στην πόλη περιπατούσαν στον Δημοτικό ανθόκηπο και το πευκόφυτο δάσος όπου λειτουργούσαν καφενείο και κινηματογράφος.

  Ο καθημερινός τους περίπατος ήταν η λεωφόρος Ρόδων μέχρι τον Σιδηροδρομικό Σταθμό και το κοντινό Χορόσκιοϊ με την όμορφη διαδρομή.  

ΑΣΧΟΛΙΕΣ:

Η πόλη από τον 16ο αι. και μετά αναδείχθηκε

 σε ανθηρότατο κέντρο ελληνισμού (σ’ αυτήν βρήκαν καταφύγιο πολλοί Πελοποννήσιοι και άλλοι Έλληνες της ηπειρωτικής και νησιωτικής Ελλάδας, κυρίως μετά τα Ορλωφικά). Η Μαγνησία υπήρξε πλουσιότατη.

  Από το 1863 συνδέθηκε σιδηροδρομικώς με την Σμύρνη και λίγο αργότερα αποτέλεσε συγκοινωνιακό κόμβο με την επέκταση των γραμμών της προς την Πάνορμο και το Αφιόν Καρά Χισάρ ( Βόρεια και Ανατολικά).

   Στη νεότερη εποχή διέθετε βιομηχανία, βιοτεχνία, εισαγωγικό και εξαγωγικό εμπόριο, κτηνοτροφία, γεωργικά προϊόντα ( αμπέλια, σταφίδα, σύκα, σιτηρά, ελιές, λάδι, βαμβάκι, καπνά, εσπεριδοειδή, δημητριακά, άλευρα).

   Διέθετε εργοστάσιο εκκοκυσμού βάμβακος, τρία εργοστάσια  αλεύρου και ελαιοτριβεία, καθώς και βυρσοδεψεία. Σημαντική ήταν η εξαγωγή της σταφίδας σουλτανίνης στο Εξωτερικό.

Μεταξύ των Ελλήνων της Μαγνησίας υπήρχαν Τραπεζίτες, Πάρεδροι Δικαστηρίων, ιατροί, φαρμακοποιοί, δικηγόροι, διδάσκαλοι, καθηγητές, κληρικοί, λόγιοι και λογοτέχνες. Επίσης, πολλές Μάγνησες υπηρέτησαν στην γενέτειρά τους ως νοσοκόμες και διδασκάλισσες. 

Η Μαγνησία απελευθερώθηκε την 12η Μαΐου 1919 από το 6ο Ελληνικό Σύνταγμα Πεζικού και Πυροβολικού και

υπήρξε έδρα του Σώματος Στρατού Σμύρνης.

    Με δάφνες και ψάλλοντας το «Χριστός Ανέστη» υποδέχθηκαν ο Δεσπότης και οι Μάγνητες τον ελληνικό στρατό και εψάλη Δοξολογία στον Μητροπολιτικό ναό του Αγίου Αθανασίου, με δυνατές κωδωνοκρουσίες, ενώ σ’ όλα τα ελληνικά σπίτια κυμάτιζε η ελληνική σημαία.

   Κατά την αποχώρηση των Ελλήνων, το 1922, οι Τούρκοι έσφαξαν, κρέμασαν και θανάτωσαν με κάθε τρόπο χιλιάδες εναπομείναντες Έλληνες κατοίκους της, αξιωματικούς και στρατιώτες του ελληνικού στρατού στις χαράδρες του Σιπύλου. 

   Η γενοκτονία του Μικρασιατικού Ελληνισμού είχε, ήδη, συντελεστεί. 

   Το 1954  πρόσφυγες της πρώτης και της δεύτερης γενιάς ίδρυσαν στη Νίκαια της Αττικής την Ένωση Μαγνησίας – Χορόσκιοϊ και Περιχώρων Καταγόμενων, με προστάτες της Αγίους την Αγία Αναστασία την Φαρμακολύτρια και τον Άγιο Αθανάσιο.  

Advertisements