2.jpg

Η Νιόβη ήταν θυγατέρα του Βασιλιά Ταντάλου, που βασίλευε στην περιοχή της Λυδίας και Παφλαγονίας με πρωτεύουσα την πόλη Τανταλίδα ή Σίπυλο ( μετέπειτα  εκεί ιδρύθηκε η αποικία Μαγνησία) και της Βασίλισσας Διώνης.

  Η Νιόβη παντρεύτηκε με τον Αμφίωνα, Βασιλιά των Θηβών και απέκτησε δέκα τέσσερα παιδιά: επτά αγόρια και επτά κορίτσια. Ήταν περήφανη για τα παιδιά της επειδή ήσαν όμορφα και δυνατά. Η περηφάνια της ήταν τα τόσο μεγάλη ώστε έφθασε στο σημείο να αντιπαραβάλλεται με την θεά Λητώ που είχε μόνο δύο παιδιά, τους θεούς Απόλλωνα και Άρτεμη.

   Η θεά Λητώ προσβλήθηκε πολύ από την ύβρη και την αλαζονεία της Νιόβης και ζήτησε από τα παιδιά της να την υπερασπισθούν. Έτσι, ο μεν Απόλλων τόξευσε με τα βέλη του, μια ημέρα, τα αγόρια της, όταν έβοσκαν τα κοπάδια τους και η Άρτεμις τόξευσε τις θυγατέρες της μέσα στο ίδιο τους το παλάτι. 

   Οι θεοί άφησαν στη Νιόβη μόνο ένα αγόρι και ένα κορίτσι. Η τραγική μάνα αφού έθαψε τα δώδεκα παιδιά της έμεινε νηστική και  θρηνώντας τρεις ημέρες πάνω από τους τάφους τους, έφυγε για την ιδιαίτερη πατρίδα της και τον πατέρα της.

   Εκεί βρήκε κατεστραμμένη την πόλη και, απελπισμένη, ζήτησε από τον Δία να την απαλλάξει από το μαρτύριο της ζωής της και εκείνος την λυπήθηκε και την μεταμόρφωσε σε βράχο σε μια κορφή του Σίπυλου.

   Ακόμη, όμως, και πετρωμένη η Νιόβη εξακολουθούσε να θρηνεί και για τούτο τα δάκρυά της σχημάτισαν λίμνη στους πρόποδες του Σιπύλου, που οι Έλληνες, μέχρι το 1922, την ονόμαζαν «Η λίμνη της Νιόβης».

   Η Νιόβη στέκει ακόμη, στο βράχο πάνω από την Μαγνησία με γερμένο κεφάλι και εξακολουθεί να θρηνεί, μαζί με τα δικά της παιδιά και χιλιάδες άλλα που έμειναν άταφα στη γη της Μαγνησίας και που δεν μπόρεσαν να τα κλάψουν,εκεί, οι δικές τους μάνες.

Advertisements