cap044.jpg                  sipilina1.jpg

      Το μονόπρακτο αυτό, αναφέρεται στην ιστορία του αγάλματος της Νιόβης του Σίπυλου και πρωτοπαρουσίαστηκε στον Κορυδαλλό το 1992. Από τότε έχει ανέβει πολλές φορές από το Ιωνικό Θέατρο και άλλους θιάσους.

    Έχει αναμεταδοθεί από τα ακριτικά ελληνικά ραδιόφωνα το 1996 και συμπεριλαμβάνεται στο βιβλίο του Αντώνη Παπαδόπουλου «Μικρασιατική Τριλογία» Εκδόσεις Γκοβόστης 2003.

ΑΦΗΓΗΤΗΣ 

    Μια σπηλιά, στο όρος Σίπυλο της Μικράς Ασίας. Πρωί. Ησυχία. Οι μέρες της σφαγής του γένους, έχουν περάσει. Τώρα τα πουλιά, τα αθώα και ανήξερα πουλιά, ξαναγύρισαν στο μέρος, όπου κάποτε έσφυζε από ελληνική ζωή. 

    Ένα γκρουπ με τουρίστες, κατεβαίνει από το πούλμαν και αμέσως σαν τα άπειρα μικρά ζώα, μαζεύονται γύρω από τον ξεναγό. για ν’ ακούσουν  με ενδιαφέρον τάχα  την ιστορία του τόπου, όπως αυτός διάλεξε να τους διηγηθεί..

ΞΕΝΑΓΟΣ 

    Κύριοι, κυρίες, ησυχία… Βρισκόμαστε στους πρόποδες του όρους Σίπυλου και από εδώ, μπορείτε να θαυμάσετε μια έξοχη θέα της τουρκικής πόλης Μαγνησίας. Το βουνό αυτό, έχει μια ιστορία,  που οι ρίζες της, χάνονται μέσα στους αιώνες…

    Λένε πως κατέφυγε  εδώ η Νιόβη, η κόρη του Τάνταλου, του ιδρυτή της Σμύρνης, όταν η  Άρτεμις και ο Απόλλων σκότωσαν τα δεκατέσσερα παιδιά της. Η  Νιόβη δεν άντεξε τη θλίψη της και ζήτησε από τον αρχαίο θεό Δία να  της πάρει τη ζωή. Εκείνος τότε τη λυπήθηκε και τη μεταμόρφωσε σε βράχο εδώ πάνω σ’ αυτό το βουνό…

     Αν κοιτάξετε όλοι από εκεί, από εκεί μάλιστα- μπορείτε να διακρίνετε εκείνο το βράχο, που μοιάζει κάπως με γυναικεία φιγούρα….

     Αυτή τη σπηλιά εδώ μπροστά μας την έλεγαν παλιά ο τουρμπές  των εφτά κοριτσιών». Οι αρχαιολόγοι ανακάλυψαν επτά αρχαίους τάφους και οι κάτοικοι πίστεψαν ότι ανήκαν στα επτά σκοτωμένα κορίτσια της Νιόβης». Οι ανύπαντρες μάλιστα και αυτές που δεν μπορούσαν να κάνουν παιδιά, ερχόντουσαν και κοιμόντουσαν ανάμεσα στους τάφους, για να γίνουν γόνιμες.

    «Δυστυχώς δεν μπορούμε να μπούμε μέσα…. οι   Tουρκικές αρχές το απαγορεύουν… τόσες φορές που έχω έρθει στη Μαγνησία, δεν έχω μπει μέσα ποτέ…Θα σταματήσουμε εδώ για λίγο, να ξεκουραστούμε κι ύστερα θα επισκεφθούμε την πόλη. 

    Μπορείτε να φωτογραφήσετε το βράχο αν θέλετε. Λοιπόν κύριοι, κυρίες, είστε ελεύθεροι… Μην απομακρυνθείτε… Είστε ελεύθεροι…. 

     ( Η γριά, που ως τώρα περίμενε ακίνητη, με λιτές και γρήγορες κινήσεις βγάζει το τσεμπέρι της . Ένας πλούσιος χείμαρρος από ξανθά μαλλιά ξεχύνεται στους ώμους της. Βγάζει τα μαύρα ρούχα της και μεταμορφώνεται σε μια όμορφη νέα γυναίκα, που φορά ένα μακρύ γαλάζιο φόρεμα.)                                                                   

ΑΦΗΓΗΤΗΣ 

Οι τουρίστες με τα έντονα παρδαλά τους ρούχα, ξεχύνονται κάτω από το βράχο και με τα φλας που χαλούν την ισορροπία των φυσικών χρωμάτων του τοπίου, αρχίζουν να τραβούν τις αναμνηστικές φωτογραφίες  τους.  Μια γυναίκα, μια παράξενη θλιμμένη  γυναίκα, που τόση ώρα βρισκόταν ανάμεσά τους χωρίς ν’ ακούει τον  ξεναγό, ξεφεύγει από τη προσοχή τους και γρήγορα μπαίνει μέσα στη  σπηλιά. (Ανάβει το φως απότομα. Το εσωτερικό μιας μισοσκότεινης σπηλιάς. Η γυναίκα μπαίνει και προχωρεί διστακτικά προς το κέντρο.)

ΑΦΗΓΗΤΗΣ

 Εδώ μέσα το τοπίο είναι διαφορετικό. Η σπηλιά είναι ένας άθλιος εγκαταλελειμμένος στάβλος, γεμάτος σκουπίδια και σκοτάδι και μιζέρια ανθρώπων, που δεν νοιάζονται να εκπολιτιστούν…Ένας φρουρός κοιμάται σ’ ένα βρώμικο αχυρένιο στρώμα και κάθε τόσο διώχνει τις μύγες, που κάθονται και κολλούν στη γενειάδα του.  Η γυναίκα προχωρεί με σταθερά βήματα, Σταματά μπροστά σε κάτι,  που είναι σκεπασμένο μ. ένα λευκό σεντόνι Το κοιτά. Έπειτα τραβάαποφασιστικά το σεντόνι και βρίσκεται μπροστά στο χαμένο τόσα  χρόνια άγαλμα της Νιόβης, πoυ κοιτά με τα μάτια γεμάτα μαρμάρινα δάκρυα, την έξοδο της σπηλιάς, ανίκανο να φύγει….                                                                     

 ΓΥΝΑΙΚΑ 

    Nάσαι λοιπόν… Τόξερα ότι ήσουν εδώ… Τόξερα από την πρώτη στιγμή, που ο ξεναγός μας είπε να μην πλησιάσουμε κοντά σου…Τί άχρωμη κι απρόσωπη σπηλιά η φυλακή σου…Πώς αντέχεις με τούτη ‘δώ τη καταχνιά ;΄Έξω το φως της Ιωνίας σπάζει σε μικρούς κρυστάλλους…Διαθλάται στα πιο ασήμαντα πράγματα και τα κάνει  υποφερτά… Σχεδόν όμορφα…Αλλά εδώ που σ’ έχουν κλείσει, το φως δεν φτάνει… 

    Τόξερα πως θα σ’ έβρισκα…Καθόμουν στις σκάλες του σπιτιού μας ένα απόγευμακαι κοιτούσα τ’ αραχνάκι…Το κοιτούσα που μεγάλωνε κι ανέβαινε στον τοίχο, δίχως να νοιάζεται αν πηγαίνει ανάποδα…Κι έτσι ξαφνικά, αποφάσισα νάρθω να σου μιλήσω… Ντύθηκα τουρίστρια κι ήρθα μ’ αυτό το γκρουπ των ξένων…Ξένων κόρη μου , που γυρνούν με μια φωτογραφική μηχανή στα χέρια κι όλο τραβάνε φωτογραφίες από τον τόπο μας, για να μας θυμούνται…Κι όταν γυρνούν στα μέρη τους, ανοίγουν τη μηχανήκαι βλέπουν πως είχαν ξεχάσει να βάλουν το φιλμ μέσακι άρα, δεν έχουν πια κανένα λόγο για να μας θυμούνται… 

    Κι άλλαξα όψη για να μην με γνωρίσουν κι ήρθα εδώ, στην κατάστασή μου: Ετοιμόγεννη στο τέταρτο παιδί…Το τέταρτο παιδί…

    Πώς πέρασε γοργά ο καιρός, από κείνη τη μέρα,που κατεβήκαμε όλοι οι Έλληνες στη πλατείανα δούμε τ’ αγάλματα, πούχανε βρει στο όρος Σίπυλο οι αρχαιολόγοι…Και τάχα δει,παιδούλα δεκαοχτώ χρόνων,με το γαλάζιο φόρεμα και τις ξανθιές μου μπούκλες,τάχα δει να βγαίνουν ένα ένα από τα έγκατα της γης,τα σκοτεινά πιθάρια όπου κρύβει η Ιστορία τη μόνη Αλήθεια…Οι αρχαιολόγοι, καθάριζαν στοργικά τα λευκά προσωπάκιααπό το χώμα και τη λησμονιάκι ήταν σα να πλέναν μάνες, το πρώτο τους παιδί,αμέσως μετά τη γέννα… 

    Τόξερα όμως ότι κάπου θα υπήρχες και συ… Δε μούφτανε ο βράχος που γέρνει και κλαίει…»Δε μπορεί »  έλεγα,»κάπου θάναι κι η Νιόβη, η Μάνα, η Μικρασιάτισα Μάνα, η Μάνα της Ιωνίας, η Μάνα μας…» Νάσαι λοιπόν… Μόλις σε βρήκαν οι βάρβαροι σ’ έκρυψαν, νομίζοντας πως θα ξεχαστείς για πάντα…Κι έφτασα να γεννάω το τέταρτο παιδί για να σ’ έβρω… 

    Μα γιατί δεν μιλάς :Μή και ξέχασες τη γλώσσα μας, μέσα σε τόσους ήχους ξένους ;Δε μπορεί…Θάσαι συγκινημένη φαίνεται, που με βλέπεις μετά από τόσα χρόνια-δύσκολα χρόνια-που πέρασα μακριά σου…Τί αντίξοοι καιροί…Πιο δύσκολοι, γιατί εδώ, στα δικά μας τα μέρη ζούσαμε αλλοιώς :Κατέβαινα τις σκάλες, στο σπίτι στη Μαγνησίακαι μάθαινα να περπατώ, μπρος στον ολόσωμο καθρέφτη…Φτάνω στο Ναύπλιο, μετά τη Καταστροφή…»Κοίτα» μου λένε,και μου δείχνουν ένα μικρό κομμάτι καθρέφτη…Ένα σπασμένο κομμάτι καθρέφτη, που μόνο γρουσουζιά φέρνει…»Κοίτα και δες τη μούρη σου. Αυτό είναι καθρέφτης…Έχεις ξαναδεί ; Αλλά τί λέω :Σάμπως φταίνε κι αυτοί ;Ένας λαός, ίδια συνείδηση, ίδια καταπίεση από Τούρκους και ξένους…Σ’ ένα σπίτι δυο οικογένειες…Πέρασε ο καιρός γίναμε μία… Αλλά και τα τρία μου παιδιά και τούτο ‘δώ το τέταρτο, που όπου νάναι γεννιέται,μου ζητάνε να τους μιλάω για τις πόλεις μας…Για την Ιωνία… 

    Τα βράδια στην Ελλάδα, τους λέω για τον άθλο του λαού μας, που μετά από τέσσερις αιώνες σκλαβιάς, κατέφερε να συναγωνίζεται την Ευρώπη στο εμπόριο και την Τέχνη… Τους λέω, πώς κάψανε το θέατρο της Σμύρνης με τα κόκκινα κομψά βελούδινα καθίσματα… Πώς παλουκώναν τους παπάδες μας, τη νύχτα της καταστροφής του πολιτισμού μας… Πώς μας κόβανε τα χέρια οι ξένοι-φίλοι μας ξένοι -για να μην μπούμε στις βάρκες, που μας φέρναν στην Ελλάδα…Τους λέω για την Κυβέλη, Εσένα και τον ΄Όμηρο για να μην ξεχνούν,αλλά τους λέω και για τον Καζάν και τον Ωνάση,για να ξέρουν ποιοί είμαστε ακόμη… 

    Κάθε βράδυ, τόσα χρόνια,τους λέω πάντα την ίδια ιστορία : Όταν  τρέχαμε όλοι μαζί, στη φλεγόμενη παραλία,όλοι μαζί, Έλληνες κι Αρμεναίοι,να γλιτώσουμε, να γλιτώσουμε από την υστερία των δολοφόνων…Των εκ προμελέτης δολοφόνων, που η λέξη «πόλεμος» αθωώνει αντί να δικάζει… Θυμάμαι τώρα έντονα, μια τουρκάλα, που φώναξε μιλώντας ελληνικά :»Από κεί… Πάμε όλοι από κεί να σωθούμε…»Σαν πρόβατα ευκολόπιστα, τρέξαμε προς τη μεριά που μας έδειχνεκι αυτή περίμενε…Περίμενε να μαζευτούμε πολλοί μαζίκι έριξε μια βόμβα ανάμεσά μας…Θυμάμαι τώρα τα μάτια της…Πώς έλαμπαν από χαρά…Είχε κι αυτή κολλήσει την αρρώστια που σούλεγα πριν…Την αρρώστια της δολοφονίας, με δικαιολογία τον πόλεμο… Κι ήταν ευτυχισμένη, που αφάνισε τόσο κόσμο… Ευλογημένη γυναίκα…Ευλογημένη, γιατί αυτή η βόμβα πούριξε και μας τίναξε όλους στον αέρα,μ’ έκανε Αθάνατη !Αθάνατη ναι !Γυναίκα αιώνια να γεννάω παιδιά !Ένα δύο είκοσι εκατό χίλια !Μικρούς Ίωνες με καλλίγραμμα σώματα και καλλίγραμμη σκέψη, που συνεχίζουν να νικούν όπως παλιά, τους άδικους πολέμους, με όπλο τους τη Τέχνη, την Ομορφιά και την Ευστροφία… 

   Αλλά ήρθα να σε πάρω να φύγουμε από δω…Να πάμε στην Ελλάδα… Αν είμαστε πρόσφυγες εμείς, είναι πρόσφυγες και τ’ αγάλματά μας… Δεν θα καρπώνονται πια οι ξένοι την ύπαρξή σου… Όχι. Θα μείνεις μαζί με τ’ άλλα αδέλφια σου στα μουσεία. Δίπλα στις ελιές και τα γλυκά απογεύματα. Κοντά στους νέους τάφους των δικών μας.  Τούτους εδώ τους ξερίζωσαν οι άπιστοι… Να φύγουμε ναι, αλλά πρέπει και συ να το θέλεις… Μην είναι αλήθεια :Μου είπαν ότι προτιμάς να μένεις εδώ…Ακλόνητος βράχος στη Μαγνησία…Υπενθύμιση, για όσους ξεχνούν ποιοί βαλαν τα θεμέλια κι έχτισαν το Σπίτι…Αυτοί δεν θυμούνται Σιπυλίνα μου…΄Έχουν κιόλας ξεχάσει !Εκεί μακριά στην Ευρώπη, οι άνθρωποι δεν αναπνέουν όπως εμείς. Ποτέ δεν χάσανε το σπίτι τους. Ποτέ δεν αναγκάστηκαν ν’ αφήσουν στο κατώφλι τους μια γάταμε διογκωμένα από τη θλίψη μάτια. Καμιά δικιά τους γυναίκα δεν αναγκάστηκε να σπάσει τα τακούνια από τις γόβες τηςγια να τρέξει πιο γρήγορα, μακριά -μακριά προς την Ελλάδα,απέναντι από την κόκκινη, καμένη γη της… 

    Θυμάμαι ένα λευκό, περίτεχνο μαρμάρινο πηγάδιστο προαύλιο της εκκλησίας, που βαπτίστηκα.Έτρεχα… Κουράστηκα… Είδα κόσμο να κάθεται γύρω απ’ το πηγάδι…»Τί καλά» σκέφτηκα,»εδώ έχει πολύ κόσμο και κοιμούνται… Ας ησυχάσω… Ας πάρω μιαν ανάσα…Εδώ έχει πολύ κόσμο και κοιμούνται…»Και τότε τους πρόσεξα καλύτερα…Παιδούλα δεκαοχτώ χρονών, με κείνο το γαλάζιο φόρεμαπου ταίριαζε στα γαλάζια μου μάτια…Τους είδα.΄Άνθρωποι δίχως κεφάλια…Τους είχαν κόψει τα κεφάλια, κι αυτοί καθόντουσαν γύρω απ’ το λευκόμαρμάρινο πηγάδι… Κι απ’ τα σκαλιά της εκκλησίας, έτρεχε ένα ρυάκι τοσοδά κόκκινο αίμα…Τόσοι γνωστοί μου άνθρωποι νεκροί… Χωρίς κεφάλια… Αν δεν έχουν στο μυαλό τους τέτοιες αναμνήσεις οι λαοί,πώς ζητάμε εμείς να μας θυμούνται ;  

    Αν κάποιος μούλεγε, τί αποζητάω πιότερο τώρα στη ζωή μου,Θάλεγα σίγουρα να γυρίσω πίσω.  Στα μέρη μου…Στο σπίτι με τον μεγάλο καθρέφτη και τα κεντητά κλινοσκεπάσματα… Αλλά πάλι λέω «καλά είμαι και ‘δώ…Βαρέθηκα το φευγιό… Βαρέθηκα τον πόλεμο…Βαρέθηκα νάμαι φίλη με τους άλλους κι όχι αυτοί με μένα…Βαρέθηκα να μαζεύω τα πράγματά μου σε μια βαλίτσα…΄Όλη μου τη ζωή σε μια βαλίτσα… Τί να πρωτοβάλει κανείς ;Το σπίτι ; τη πόλη ; αυτή τη γη που μου ανήκει ;Κουράστηκα…

   ΄Έπειτα όμως, σκέφτομαι εσένα…Λέω είναι κι Σιπυλίνα , είναι κι η Νιόβη στο βουνό,στο βουνό μας εκεί πίσω…΄Ένα άγαλμα μόνο του, τί να σου κάνει ;Θα κρυώνει…Δεν θα το προσέχουν όσο πρέπει…Δε θα τόχουν περιβάλλει με κείνη την αγάπη, που μόνο ο Δημιουργός ξέρει να δίνει… Δεν θα του μιλούν οι ερωτευμένοι…Δεν θα του μιλούν οι ερωτευμένοι καθόλου…Θα βουβαθεί…Βουβάθηκες… 

   Λένε πως κάποιος κυνηγός, άκουσε κάποτε τα παιδιά σου να παίζουν και να τραγουδούν… Έστησε τότε δόκανα και μικρές παγίδες, κι έπιασε τις φωνές τους σε κλουβίκι απ’ αυτές, έφτιαξε το κανονάκι… Πόσο μ’ αρέσει το κανονάκι… Και σένα φαντάζομαι, αφού θα σου θυμίζει τα σκοτωμένα από την ΄Άρτεμη παιδιά σου… Η ΄Άρτεμις… Ο φθόνος των ανθρώπων για το καλό και την ευημερία των γειτόνων τους… Μεγάλο το λάθος της θεάς να σκοτώσει τα παιδιά σου… Νόμισε φαίνεται, πως αν δεν τ’ άκουγε να παίζουν και να τραγουδούν στο Σίπυλο,την ώρα που εσύ άπλωνες στον ήλιο τη σταφίδα,θάταν σα να μην είχαν γεννηθεί ποτέ…Έτσι και μας : Μας βγάλαν απ’ τα σπίτια μας οι ξένοι, οι άγνωστοί μας φίλοι και θα σκέφτηκαν: «Θα περάσει ο καιρός , η Μικρασία θα γίνει Ασία... Ποιος θα θέλει να θυμάται ;»

    Μεγάλο λάθος η αλαζονεία του ανθρώπουπου θέλει σε μια σύντομη κι εφήμερη ζωή, ν’ αλλάξει όλη την Ιστορία… Αφού έτσι είναι τα πράγματα… Εμείς φτιάξαμε την ΙωνίαΕμείς τις σπείραμε… Εκεί γεννηθήκαμε κι εκεί γεννιόμαστε για πάντα… Ας ερμηνεύουν όπως θέλουν τα γραπτά… Στο τέλος εμείς είμαστε οι Ίωνες…΄Όχι αυτοί… 

   Μα γιατί δεν μιλάς ;Ούτε κάν με κοίταξες από την ώρα που σου πρωτομίλησα… Ούτε ένα βλέμμα στοργικό, μια υποψία ότι με θυμάσαι,ότι άξιζε τον κόπο το ταξίδι…Πέτρωσες… Α ναι, πέτρωσες στ’ αλήθεια… Δεν είσαι φαίνεται φτιαγμένη από το ίδιο μάρμαροπούναι φτιαγμένες οι Καρυάτιδες…Εκείνες ξέρεις τί κάνουν ;Έχεις μήπως ακούσει τί κάνουν από τότε που οι ξένοι κλέψανε μια απ’ αυτές ;Κλαίνε…Κλαίνε κάθε σούρουπο, μόλις φύγει κι ο τελευταίος τουρίστας απ’ την Ακρόπολη…Κλαίνε μέχρις ότου το κλάμα τους να μεγαλώσει,να διογκωθεί, να ξεπεράσει την Αθήνακαι πάν’ απ’ όλη την Ευρώπη, να φτάσει εκεί όπου την έχουν κλείσει-για να την προστατέψουν τάχα-αυτοί, αυτοί που ήρθαν στον κόσμο χίλια τόσα χρόνιαμετά τον θάνατο του γλύπτη, που τις δημιούργησε…Και σαν να μην έφτανε το κλάμα τους, γίναν και Φόνισσες…Φόνισσες ναι, όποιου ξένου ανέβει τη νύχτα στην Ακρόπολη και τις δει να κλαίνε, τις υπερήφανες αυτές… Τις αγέρωχες… Αυτό το ξέρουν πια από παλιά… Τα βράδια δίχως φεγγάρι, λάμπουνε κόκκινες από το αίμα που πίνουν… Μή κοιτάς που καμιά φορά τα χρώματα ξεθωριάζουν… Η ουσία είναι πάντα η ίδια… Αλλά εσύ δεν είσαι έτσι… Εσύ είσαι από πέτρα… Μια άψυχη, άβουλη πέτρα… Ένας μύθος μέσα στους τόσους μύθους…Στα τόσα ψέματα…Και τί να  πω στο τέταρτο παιδί, που όπου νάναι γεννιέται ;Ποιάν ιστορία ; ποιόν μύθο ; ποιάν αλήθεια, αφού εσύ δεν με βοηθάς ;Θα πω πως δεν σε βρήκα…Πως δεν υπήρξες ποτέ…Πως γεννηθήκαν μόνα τα παιδιά σου απ’ το Τίποτα… Απροστάτευτα παιδιά -δίχως μάνα-εύκολη λεία στα βέλη της Άρτεμης, ή όποιου άλλου…

  Να γεννήσω… Να γεννήσω το τέταρτο παιδί… Ήρθε η ώρα

         να γεννήσω το τέταρτο παιδί…                                    

ΑΦΗΓΗΤΗΣ 

   Η γυναίκα φεύγει κυνηγημένη ακόμα μια φορά. Πικραμένη, αφού η Σιπυλίνα, το άγαλμα της Νιόβης, πρόδωσε την αφοσίωσή της κι έμεινε ακίνητo, πετρωμένο, σα νάταν νεκρό.    

 Ο Τoύρκος φρουρός επιτέλους ξυπνά. Βλέπει τη γυναίκα που φεύγει και  βάζει τις φωνές.

                               ΦΡΟΥΡΟΣ 

   Ούξου, ούξου από δω…. Ποιος σoύπε μωρέ να μπεις  εδώ μέσα; Κοτζάμ ταμπέλα που γράφει απαγορεύεται, γκαβώθηκες;  Ούξου. Αχ, αυτή η κεφάλα φταίει όμως… Θα χάσω τη δουλειά μου στο  τέλoς … Αφού οι διαταγές είναι, να μη μπαίνει κανείς στη σπηλιά,  εμένα όλο και με παίρνει ο ύπνος… αχ παλιοζωή, παλιοζωή κακούργα… Νάμουνα στο σπιτάκι μου να χουζούρευα λιγάκι,.., Αλλά σου λέει: Όχι, .Όχι Μουσταφά ΄Άμα θες παράδες, πρέπει να κάτσεις εδώ, οχτώ ώρες να φυλάς αυτό το ξόανο… τη παληόπετρα..  σάμπως ζουρλαθήκανε τ’ αφεντικά μου φαίνεται. Τί τη θέλουμε και τη κρατούμεμυστικιά αυτή τη πέτρα;  Αλλά σου λέει: θα τη δούνε κι οι γραικοί και θα τη λεν Πως είν’ δικιά τους…. αχ παληόπετρα ρημάδα… Μόνο μπελάδες μου βάζεις…… Πού θα πάει όμως; Θάρθει η μέρα. που θα σε κάνω κομμάτια… Στο φυλάω, θα δεις… Παληόπετρα ρημάδα… Αχ παληόπετρα…                                                                       

ΑΦΗΓΗΤΗΣ 

Ο Τούρκος φρουρός κάθεται στο βωμό της Σιπυλίνας και κλαίει τη μοίρα του, που τον έριξε να φυλάει το ξόανο των Ελλήνων.  Τριγύρω ερημιά, εγκατάλειψη, αδιάφορο σκοτάδι.Ξάφνου ακούγεται η ηχώ από τα λόγια της γυναίκας, που χτυπώντας από βράχο σε βράχο, επιστρέφουν πιο δυνατά, πιο στέρεα ίσως…Τρυπούν  τ’ αυτιά της Σιπυλίνας, ξεχύνονται μέσα στις μαρμάρινες άκαμπτες φλέβες, στον πετρωμένο νου, στην εκούσια παγωμένη τόσα χρόνια ματιά, για να μην βλέπει την ασκήμια…                                                                

ΦΩΝΗ ΓΥΝΑΙΚΑΣ 

«Ξένοι κόρη μου , που γυρίζουν με μια φωτογραφική μηχανή στα χέρια κι όλο τραβάνε φωτογραφίες από τον τόπο μας, για να μας θυμούνται… Ξένοι κόρη μου, ξένοι. » 

ΑΦΗΓΗΤΗΣ 

   Να μπορούσε να φύγει… Να σηκωθεί μεμιάς και ν’ ακολουθήσει τη γυναίκα, τη Μάνα της, να ενώσει τη μοίρα της με τη δική της μοίρα, -ένα άγαλμα μόνο του, τί να σου κάνει… Τόσα χρόνια χωρίς να την χαϊδεύουν τ’ αδελφικά της βλέμματα, έγινε άγαλμα, έγινε πέτρα… Οι ξένοι… Η αιτία της εβδομηντάχρονης φυλάκισής της … Να μπορούσε να φύγει…

 Ο Τούρκος φρουρός κοιμάται… Τρίζει τα δόντια του στα πόδια της, στα λευκά της πόδια.. Ποιος νοιάζεται γι αυτήν ; Να μπορούσε να φύγει….

  Επιτέλους το αίμα κοκκινίζει τα μάγουλα, τα χέρια, τα λευκά περίτεχνα μαλλιά, τη σκέψη της, την άδολή της σκέψη…

  Ο Τούρκος φρουρός κοιμάται και τρίζει τα δόντια τoυ. Οι ξένοι έξω στo λαμπρό φως της Ιωνίας γελάνε… Κοροϊδεύουν τη παράξενη έγκυο γυναίκα που τρέχει αλαφιασμένη προς τη Δύση να γεννήσει… Να γεννήσει το τέταρτο παιδί της…

   Ας πάψουν να γελάνε… Ας πάψουν να γελάνε….(Παύση)

Πρώτα κουνιούνται τα δάχτυλα….. Αργά, άχαρα στην αρχή, καθώς βγαίνουν από εβδομήντα χρόνια λήθαργου… Μετά η μέση, τα πόδια, το μικρό ολόλευκο κεφάλι…

   Εκεί μπροστά της ο Τούρκος φρουρός  κοιμάται κι έξω γελάνε οι ξένοι στην αγαπημένη εξοχή της Μαγνησίας….

Οι Καρυάτιδες γίνανε φόνισσες,.. Πίνουν τo αίμα όποιου ξένου τολμά να τις γελάσει…,… Λίγο ακόμα… να μπορούσε να σκύψει λίγο ακόμα…να σκύψει λίγο ακόμα.

ΑΦΗΓΗΤΗΣ

 …. Όταν οι ξένοι γύρισαν στα μέρη τους, είδαν με έκπληξη ανάμεσα στις αναμνηστικές τους φωτογραφίες, από το ταξίδι στη Μαγνησία του Σίπυλου, κάτι το αλλόκοτο: ‘Ένα κόκκινο, κατακόκκινο άγαλμα, να σκύβει απειλητικά πάνω από έναν κοιμισμένο φρουρό… Ήταν όμως σίγουροι, ότι το άγαλμα, που είδαν από τις σχισμές της σπηλιάς ήταν καθιστό και τέλος πάντων, ήταν οπωσδήποτε άσπρο. Μετά όμως όλοι ηρέμησαν, όταν κατάλαβαν ότι ζούσαν στον αιώνα της τεχνολογικής εξέλιξης και εκείνη η φωτογραφία, ήταν το αποτέλεσμα ενός τρυκ, ενός φίλτρου, ενός μοντάζ… Και τη πέταξαν  γρήγορα αυτή την άχρηστη φωτογραφία, αφού δεν τους θύμιζε τίποτα από το ταξίδι στη μακρινή αλλά γεμάτη μαγαζιά φτηνών δερμάτινων ειδών. Μικρά Ασία…. .                                                                        

ΤΕΛΟΣ 

    Μετά τον μονόλογο της ΓΥΝΑΙΚΑΣ  στο θεατρικό δεν   ακούγεται πια η φωνή του αφηγητή. Όταν ο ΤΟΥΡΚΟΣ ΦΡΟΥΡΟΣ κάθεται στη βάση του βωμού του αγάλματος, ενώ ακούγεται με υποβλητικό μουσικό χαλί η ΦΩΝΗ ΤΗΣ ΓΥΝΑΙΚΑΣ, βγαίνει όλος ο θίασος φορώντας σακιά και άσπρες μάσκες,  στέκεται γύρω από τον ΦΡΟΥΡΟ που μοιάζει να μην τους βλέπει και ¨βοηθούν¨ με  κατάλληλες κινήσεις, την αφύπνιση του αγάλματος. Ο ΦΡΟΥΡΟΣ, καθώς το άγαλμα σκύβει από πάνω του, εξαφανίζεται κάτω από τον βωμό.                                                         

Αντώνης Παπαδόπουλος  

Απαγορεύεται η παρουσίαση ή αναμετάδοση του χωρίς την έγγραφη άδεια του συγγραφέα. 

Περισσότερες πληροφορίες για τη ΣΙΠΥΛΙΝΑ και το ΙΩΝΙΚΟ ΘΕΑΤΡΟ στη διεύθυνση : www.ionikotheatro.wordpress.com/